Έφτασε η στιγμή να φύγεις, και ξέρεις τι, δεν κλαίω που έφυγες, ούτε που δεν πρέπει να σε κρατήσω, κλαίω γιατί δεν πρόλαβα να σε νιώσω,να σε κρατήσω,να σε μυρίσω.

Και αυτό που μου μαυρίζει το δωμάτιο είναι που δεν πήρες όσα σου έδωσα, είναι που δεν ένιωσες όπως ένιωσα γιατί δεν μπορούσες.

Είναι ο χρόνος που χρειάζεται να απελευθερώσει ότι πεισματικά κόλλησε κάπου ανάμεσα στην αγκαλιά μας.

Είναι ο χρόνος και ο χώρος που θες, αλλά τελικά τον θέλω κι εγώ, γιατί δεν έχασες μόνο εσύ τον εαυτό σου, είμαι κι εγώ που έγινα εσύ, και όσο πέρναγε ο καιρός σου έμοιαζα.

Το ήθελα, μα πόσο να μοιάσεις στον άλλον όταν κάθε πουλί έχει τα δικά του φτερά, πώς να αγκαλιάσεις αν δεν έχει το δικό του άρωμα, πώς να τον φιλήσεις άμα έχετε τα ίδια χείλη, πώς να βγάλεις ήχο άμα δεν σε ακούσει.

Και τα μάτια μου μπορεί να βαρύνανε, αλλά η ψυχή μου θα ηρεμήσει και το μυαλό θα μου βάλει μια σειρά σε ότι αποφεύγω να διανοηθώ.

Και αύριο θα είναι μια πολύ πιο όμορφη ημέρα, όπου η ελπίδα θα έχει βρει την θέση της και η σκέψη σου θα μου υποσχεθεί πως αν είναι να βγει κάτι καλό, θα δημιουργηθεί στον χρόνο του αβίαστα και τρυφερά.

Και εγώ θα αγαπήσω εμένα,ή μάλλον κι εμένα,κάπου το είχα ξεχάσει,αλλά θα το θυμηθώ,μόνο έτσι θα μπορέσω να ανοίξω την κουρτίνα και να αφήσω τον ήλιο να μπει μες στο δωμάτιο μου και να με ζεστάνει.

 

Advertisements