Αν μπορούσα να πιάσω σύννεφα και να πλέξω ξύλα,αν μπορούσα να σπάσω βότσαλα και να πιω θαλασσινό νερό,αν μπορούσα θα έκλεινα τα μάτια μου και θα αναζητούσα την αφετηρία της ζωής.

Να πιστεύεις και να ακολουθείς τα αστέρια,τα αστέρια που σβήνουν και παίρνουν μαζί τους χιλιάδες ευχές και βλέμματα. Έχει γλύκα να περιμένεις μέχρι το επόμενο πρωί να δεις αν θα ξημερωθεί το όνειρο σου.

Να κρατάς την ανάσα σου όταν οι χτύποι της καρδιάς δυναμώνουν , εμπεριέχει εμμονή και νερό τρεχούμενο από τα μάτια,πάνω στο στήθος που σφίγγεις για να μην υπάρξει κανένα κενό ανάμεσα σας.

Να λύνεις τα χέρια σου λίγο πριν σε αγκαλιάσουν,είναι σημάδι παράδοσης και το κάνεις ασυναίσθητα όταν  τα βλέφαρα σου τρεμοπαίξουν και τα δάχτυλα σου παραλύσουν από το άγγιγμα του.

Να θες να ανοίξεις την πόρτα σου και να αφήσεις τους ατμούς να ξεχυθούν στην σκάλα και να μπει ο θόρυβος του δρόμου που σε βαραίνει.

Να ακουμπάς στα βράχια που καθόσασταν όλοι μαζί και να σχηματίζονται εικόνες πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας,να καθρεφτίζει και να αντανακλά τα γέλια μας και σαν ηχώ να αντιλαλούν τα πρόσωπα μας.

Να περνάς από την άλλη πλευρά πριν το καταλάβεις,πριν το διαλέξεις και χωρίς να το μάθεις πρώτος. Κρύβει τρόμο και αγωνία να αλλάζουν οι ρόλοι χωρίς να το διαλέγεις και έγινε την στιγμή που άφησες στην άκρη τον εαυτό σου και έσκυψες πάνω στον άλλον. Δύο όχθες που πάντα ωφελεί να είναι αντικριστά και να αφήνουν το ποτάμι να ρέει ανάμεσα τους. Αυτό το ποτάμι που τις ενώνει και τις χωρίζει,τις ταξιδεύει και τις φροντίζει,κουβαλάει τα ανάποδα και τα ωραία και αγριεύει στα δύσκολα.

Αν μπορούσα να βλέπω τις μυρωδιές και να ακούω τις εικόνες,αν μπορούσα να τρέχω με τα χέρια και να αγγίζω με τα μάτια,αν μπορούσα να αποδείξω  πόσο απλές είναι οι σχέσεις και πόσο δύσκολοι οι άνθρωποι,αν μπορούσα να σε φέρω πάλι εδώ,  θα έβρισκα έναν αληθινό λόγο να ανέβω στο δέντρο και να χαράξω άλλο ένα μονοπάτι ζωής. 

Advertisements