Μέσα στην βουή του καφέ και πριν την μέθη της συζήτησης,των γέλιων και της αναταραχής,μία,δυο μπύρες,μόλις γίνανε τρεις και στην πλάτη ανεβαίνει η απογευματινή ζάλη,λίγο απογοήτευση,λίγο αυτοπεποίθηση.

Με επισκέπτονται τα δώρα που ξέμειναν από το καλοκαίρι που μαραίνεται σιγά σιγά,φίλοι και συμπεράσματα,αλκοόλ και όνειρα,σχέδια και επεμβάσεις,παρεμβάσεις και τελείες.

Μία τελεία ή πολλές σημάνουν την έναρξη ή το τέλος,το ίδιο σχήμα δισυπόστατο και πολυμορφικό το βρίσκω πάλι μπροστά μου.Να υπονοήσω,να τελειώσω ή να ξεκινήσω.Τρέχω στο βουνό τόσο γρήγορα,κατεβαίνω την πλαγιά που τα πέλματα μου δεν προλαβαίνουν να πατήσουν.Πότε αγγίζουν εξογκώματα από πέτρες πότε σέρνονται στο χώμα.

Από την άλλη πως να χωρέσεις μια ολόκληρη ζωή σε 5 χαρτόκουτα,σε μια βαλίτσα,σε ένα αντίο,σε ένα πλοίο.Έξι χρόνια για εμάς και έξι χρόνια πάνω κάτω που θα μείνουν εδώ και θα τα επισκεπτόμαστε ξανά και ξανά,λίγο διαφορετικά μα θα ξαναείμαστε οι τέσσερις μας και όλος ο περίγυρος που μας δένει.

Πιο εύκολο να κυκλώσεις παρά να τελειώσεις ότι ξεκίνησε αυθόρμητα και απολαυστικά.Πιο εύκολο να χιλιάσεις τα φεγγάρια στην ζωή σου παρά να εκατοστήσεις τα χρόνια σου.

Κάθε μέρα σηκώνεται μαζί μου από το κρεββάτι το περίγραμμα μου,έρχεται πιο βαριεστημένα και κουρασμένα από πίσω μου και σχεδιάζει κάθε μικρό και μεγάλο μου μέλος που μπορεί κάπου να ξέχασα,κάπου να άφησα,κάπως να το παράτησα.

Παράτησα πάλι και τις πέτρες που έχτιζα το τείχος μου,το ξαναέριξα μέχρι να βρω την δύναμη να το ανυψώσω,μα δεν νιώθω ακόμα την ανάγκη ούτε την απειλή για να το κάνω.Δεν ξέρω μέχρι που να σε ακολουθήσω αλλά έχω αρχίσει και βαδίζω πίσω σου κι ας μη με κοιτάς καν,κι ας μην απλώνεις το χέρι σου,κι ας μη μου δίνεις χώρο κοντά σου.

Advertisements