Σήκωσε το κεφάλι του και αποκάλυψε τα μάτια του,σε λίγα δευτερόλεπτα ξανακατέβασε το βλέμμα του και κρύφτηκε στο τεράστιο εγώ του,σε όσα λέει πως θέλει και σε όσα δεν μπορεί να διαλέξει.

Άγγιξε με τα δάχτυλα του το χέρι της μα το χάδι ήταν απελπισμένο,γεμάτο ενοχές και με την ελπίδα της συγχώρεσης.

Έπνιξε τον κόμπο του,την σκέψη του,την αφορμή του στραβοκαταπίνοντας και κοιτώντας το κενό.

Ξάπλωσε εκλιπαρόντας το άγγιγμα της μα είχε παίξει πια όλη την τράπουλα για να απαιτήσει συντροφιά.

Σηκώθηκε και την πλησίασε μα πολύ γρήγορα του είχε περάσει και άρχισε να της προσφέρει ανταλλάγματα και μυρωδιές και ταξίδια και ουρανούς.

Τίποτα δεν είναι όμως ίδιο πια,ούτε καν το τραπέζι,ούτε η ανάσα του,μα οι χτύποι της καρδιάς και αυτά τα μάτια πήραν ξανά το ίδιο ύφος,την ίδια δυναμική.Δεν ξέρουν για πόσο και γιατί αλλά θυμίζουν λίγο τα παλιά τους τραγούδια,τα βράδια και τα χάδια τους.

 

Advertisements