Ξαφνικά φθινοπώριασε και ο αέρας μου παγώνει τα δάχτυλα,χέρια και πόδια χώνονται σε υφασμάτινες χαραμάδες και σε μαλακά μαξιλάρια.

Το μυαλό ξανατρέχει στα γιατί και στα πως ενώ τα μάτια χάνονται στον μουντό ορίζοντα.Έχει αρχίσει να μετράει αντίστροφα και ο χρόνος και η αντοχή μου,η στάθμη του νερού κατεβαίνει και η ανάγκη για οξυγόνο γίνεται πιο έντονη.

Στα υγρά δρομάκια τα φώτα χαμηλώσανε,οι φωνές ηρεμήσανε,οι άνθρωποι μαζευτήκανε. Γειτονιές ήσυχες λες και όλα λειτουργούν ρολόι,μα τίποτα δεν είναι εντάξει και νομίζουμε πως πάλι την γλιτώσαμε.

Το πρωί πάλι θα γκρεμίσουν το δίπλα σπίτι και μέχρι το βράδυ θα το ξαναχτίσουν.Το μεσημέρι πάλι θα μυρίσει το δωμάτιο μου μπαχάρια και μαγειρευτές ευωδιές από την απέναντι κυρία.Το απόγευμα πάλι θα κάτσουμε όλες μαζί στην κουζίνα να κάνουμε τον απολογισμό μας και μετά θα περπατήσουμε ξανά στο λιμάνι και θα μπούμε στις κόκκινες πόρτες με τις πολλές πλάτες,θα βγούμε και θα ξαναμπούμε.Θα ζαλίσουμε τα θέλω μας,θα ξεχάσουμε τα πρέπει,θα μεθύσουμε τα όνειρα μας και θα κυνηγήσουμε το βραδινό ταξίδι.Το ξημέρωμα θα μας βρει στην πλατεία να γελάμε γεμίζοντας τα ρούχα μας με ψίχουλα και να μετανιώνουμε που πάλι κοντεύει 6.οο.

Το αύριο θα μας βρει σε δυο ψηλά σκαμπό να χαζεύουμε το είδωλο μας στον καθρέφτη,λίγο πιο πριν χανόμασταν μέσα στον χορό μας,λίγο μετά θα παραδωθούμε στην μεσημεριανή ανία που απλώνεται ανάμεσα στα μισάνοιχτα παράθυρα,στις ηλιοκαμμένες αυλές και στα τεμπέλικα σκυλιά.

Κάθε σήμερα πιο λίγο από το αύριο και κάθε αύριο πιο νοσταλγικό από το σήμερα,και μια σειρά γεγονότων και καταστάσεων που στριφογυρνάνε στις γωνίες φυλακισμένα μέσα σε κεφάλια και διστακτικές καρδιές.

Advertisements