κλείσανε τα φώτα

τα φώτα που κοιτάνε προς το λιμάνι

το λιμάνι που καταπίνει κάθε βράδυ λόγια,που πνίγει μάτια

δυο μάτια από κάρβουνο με ακολουθούν

πέλαγο η ματιά του πίσω

μια μαύρη φιγούρα πλησιάζει μα δεν αγγίζει

και στεγνώνουν τα χείλη και παγώνουν τα πόδια

θα μπορούσα να ψάξω,θα μπορούσα να σπάσω,μα μέχρι τώρα παρακολουθώ

δεν φτάνω πιο πάνω,ίσα που τα δάχτυλα τρέμουν και οι κόμποι τους τεντώνουν και με ξαναρουφάει το κάτω,το μέσα,το σκληρό πάτωμα

μέσα ψάχνω εικόνες,γεννώ εμπειρίες,περπατώ πάνω σε όνειρα και όρια

αύριο το πρωί θα σε βρω απέναντι μου,όχι εσένα αλλά εμένα που δεν μπορώ να αποχωριστώ

έναν άλλο εαυτό λίγο πιο μικρό ή πιο μεγάλο,μα σίγουρα κρυφό που στριφογυρνά γύρω από τον λαιμό μου

είναι αυτός που όταν παίρνει την θέση του σε σπρώχνει μακρυά

είναι αυτός που δεν θέλω να σου δώσω,όχι ακόμα,όχι τώρα ούτε σε ένα μήνα

είναι αυτός που μου είπαν πως δεν ξέρω να τον προσφέρω,που δεν μπορώ να τον χρησιμοποιήσω

μα νιώθω πως δεν θέλω να τον χαρίσω,όχι ακόμα,όχι τώρα,όχι στις επόμενες ώρες

και η βροχή ξεκίνησε διστακτικά και τελείωσε πριν δροσίσει,πριν ποτίσει,πριν απαλύνει τα ξερά κλαδιά,τα πονεμένα χέρια

τα χέρια που ξέρουν να χαϊδεύουν,να πιάνουν,να πιέζουν με αγάπη ή με μίσος,με τώρα ή με ποτέ

ένα τηλέφωνο που χτύπησε,ένα χαμόγελο που σχηματίστηκε και μετά σιωπή

μία σιωπή ανάγκης,λίγες προσδοκίες χαμένες και ένα μήλο μέσα στα λεμόνια

κάδρο της θάλασσας η πόρτα και ο νους ησυχάζει,ησυχάζεις και εσύ

 

 

Advertisements