σαν διαβατάρικα πουλιά που φωλιά δεν γνωρίζουν

άλλοτε σαν αρπακτικά όρνια που κρύβονται στους βράχους

και άλλοτε μορφή ερπετού δανείζονται για να γυρίζουν ανάμεσα στα πόδια μου

κάθε πρωί ακούω την ανάσα τους,μία να μου ζεσταίνει τα αυτιά,την άλλη να ανατριχιάζει την πέτσα

κάτω από το πάτωμα τριγυρνούν γυμνά τα μέλη τους

ψάχνουν τρύπες να κουμπώσουν

ψάχνουν λόγο να ζήσουν

σαν πέσει ο ήλιος γίνονται φίλοι,γίνονται δέντρα,γίνονται ιστορίες

το μέτρημα τους πότε αληθινό και πότε αριθμός ανύπαρκτος

το άγγιγμα τους τόσο βαθύ μα και τόσο ξένο

όπως περνάει η εποχή και ο χρόνος και αλλάζει ο χώρος και το έδαφος

κάπως έτσι γεννιέται ξανά και ξανά αυτό που συνδέει και κρατάει τα χέρια δεμένα

τα στήθη κοντινά και τα πρόσωπα αντικριστά.

Advertisements