μια απλή σκέψη

Είπα πως είναι απλά μια σκέψη,ένιωσα πως είναι απλά μια διάθεση.

Είπα πως θα μείνω από απόσταση να κοιτώ τον χειμώνα που μας δένει αλλά εμένα κατ’εξαίρεση θα με κρατήσει μακρυά φέτος.

Είπα πως θα περάσω σε άλλες διαστάσεις,υφές,χρώματα,καταστάσεις.

Είπα πως δεν θα μένω με ελπίδες ,να εμμένω σε ανακυκλωμένες ματιές και απροσάρμοστες κινήσεις,ερωτήσεις και απαντήσεις.

Είπα και ξαναείπα και η απάντηση ήρθε από βαθιά μέσα μου,κυρίως από το ασυνείδητο εαυτό που κάπου τον ξέχασα.Τον ξέχασα γιατί συνήθιζα να τα βάζω όλα μέσα σε ένα χαρτί,να τα ανακατεύω,να τα στολίζω και να τα χαρίζω στον συνειδητό μου εαυτό.Μια επιβεβαίωση πως όλα λειτουργούν κανονικά πως τίποτα δεν θα πληγώσει τις στιγμές μου ούτε θα δακρύσει τις κουβέντες μου.

Μα ξάπλωσα εχθές χωρίς να γράψω και το τρέμουλο των χεριών πέρασε στην σκέψη.Την βρήκα απέναντι μου να με περιμένει,έτοιμη να με μπερδέψει,να με ζαλίσει,να με πάρει μαζί της.

Μία σκέψη και δύο και τρεις,με την ίδια κατεύθυνση όλες τους.Μα πως τρέχουν οι σκέψεις πριν από εμάς,πως γίνονται εικόνες και μυρωδιές και τότε και μετά, πριν καταλάβουμε πως σκεφτόμαστε.

Ασυνείδητα και απρόοπτα,έτσι απλά χωρίς καμία προσπάθεια όλο το βράδυ ήσουν εδώ και εκεί και μέσα σε κάθε μικρό ή μεγάλο όνειρο μηχανεύτηκε το κεφάλι μου.

Έτσι απλά ξύπνησα με ένα βάρος να ξεκινά από το κεφάλι και να καταλήγει στα πέλματα μου,να βαραίνει με την ώρα και να διπλασιάζει την πίεση.Και όλη αυτή η πίεση αιματώνει πιο έντονα τα σωθικά,τα σωθικά που αποζητούν ακόμα  τις ουσίες και τις χημείες που σκαρώνουν τα αθώα παιχνίδια μας.

Βάρος που δεν μπορώ να ξεφορτωθώ αν δεν βρεθούν χέρια να το ακουμπήσω,αν δεν βρεθούν αυτιά να το χαρίσω,αν δεν βρω πάλι το κρυφό μου ντουλάπι που αποθέτω ότι δεν μπορώ να σηκώσω μοναχή μου.

Ακαταστασία νοημάτων και αξιών,απωθημένοι στίχοι και μύθοι και ουρανοί απέραντοι πότε μας αγκαλιάσανε και πότε μας πλακώσανε.

Μαύροι ή καταγάλανοι,μοναχικοί ή γεμάτοι ζωή,με πεφταστέρια ή με φεγγάρι,με ανάσες ή με λυγμούς,με χαμόγελα ή με κραυγές.

Δεν περιγράφω άλλο,κάπως ζορίζεται η απλή σκέψη και γίνεται σύνθεση και γίνεται πλάσμα επιθετικό που διψάει για θλίψη και μελαγχολία.Και είναι πηγαία από τούτη την πόλη η μελαγχολία,είναι στο τσιμέντο,στις κεραίες,στα πουλιά που κάθονται πάνω στα σύρματα.Είναι τα πεταμένα ρούχα και ο κρυμμένος ορίζοντας,είναι τα σκυφτά κεφάλια και τα σκυθρωπά πρόσωπα,είναι οι στάσεις των λεωφορείων και τα βρώμικα παντελόνια,είναι τα κλειστά περίπτερα και οι σπασμένες ταμπέλες,όλα γύρω έτοιμα να εκραγούν και όλα συνεχίζουν να επιβιώνουν.

Κυριακή απόγευμα και το φως αποφάσισε να κρύψει τις ασχήμιες που βλέπει η μέρα,μα ευτυχώς κάπου υπάρχει ακόμα ζωή,άκουσα τους παλμούς από το απέναντι κτίριο και κάποια γέλια από τον δρόμο.Κάτι μπορεί να συμβαίνει και σε αυτή την πόλη όσο απίστευτο και να φαντάζει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s