στην λούπα

μα πως το πολύ γίνεται ξαφνικά λίγο

αναμασάς και ξαναγυρνάς να περιμένεις το κάτι,το τόσο,την τελεία

και δεν αντέχεις που το μυαλό σου πήρε την ίδια στροφή

και δεν μπορείς που δεν πρόλαβες να σταματήσεις τα χέρια σου

αυτά τα χέρια που κάθε φορά σε προδίδουν με ένα χάδι,με δυο λέξεις,με ένα κάλεσμα

στριφογυρνάς και αναρωτιέσαι τι δεν άκουσες σωστά και σε τι δεν απάντησες όταν έπρεπε

δεν έχεις καμία απάντηση μα τελικά ξέχασες και την ερώτηση

και γιατί δεν υπάρχεις σε αυτό τον χάρτη

γιατί υποθέτεις τον ρόλο σου σε μια άλλη ζωή

και γιατί θες να είσαι εκεί ενώ δεν σε θέλει κανείς τους

κανείς τους

σου το έχουνε δείξει

δεν σε νοιάζεται κανείς,δεν σε ακούει πραγματικά κανείς,δεν σε περιμένει κανείς

και ήρθε ο χειμώνας και εσύ θες την αγκαλιά και το γλυκό και το κρύο ξημέρωμα

μα δεν είναι διαθέσιμη καμία αγκαλιά

δεν είναι έτοιμο κανένα γλυκό και το ξημέρωμα σε βρίσκει μόνη

να στριφογυρνάς στην ροζ κουβέρτα και να ψάχνεις το δεύτερο μαξιλάρι για αγκαλιά

και κανείς δεν σε κοιτάει

και κανείς δεν σε μαζεύει από τα άσκοπα ξενύχτια που σε στοιχειώνουν

και κανείς δεν σου λέει το τι και το πως

και το έχεις ανάγκη

το φωνάζει το μέσα σου

πως κάτι λείπει

και ξεκίνησε ένας δύσκολος χειμώνας

και όσο και αν έχεις τακτοποιήσει τα πάντα σου είναι όλα αυτά που μένουν ανακατεμένα και θολά

και πραγματικά δεν ξέρεις αν χωράνε σε κούτες ή σε ράφια

μα δεν χωράνε πουθενά

και σε πνίγουν

και σε πονάνε

και σε πληγώνουν που τα θυμάσαι

μα πιο πολύ που μπορείς να ξαναγυρίσεις σε αυτά

ξεχνώντας έστω για δευτερόλεπτα τι έχεις ζήσει εξαιτίας τους

και το μπουκάλι άδειασε και το κεφάλι γέμισε

πήρες το τραγούδι στα χείλη σου

πήρες και τις αναμνήσεις αγκαλιά

και οι φίλοι λείπουν να σε επαναφέρουν

θες να γυρίσεις τώρα

τώρα κοντά σε όλα και σε όλους

και να δεις και τα μάτια του και το χαμόγελο του

να κοιμηθείς στην αμμουδιά

να δεις τα αστέρια να πέφτουν

να ψιθυρίσεις τους φόβους σου

να αγαπήσεις,θες να αγαπήσεις και να τρέξεις κοντά του

να του δώσεις ότι σου περισσεύει και ακόμα πιο πολλά

και πάλι να μην πάρεις τίποτα

μα ο χειμώνας θέλει δόσιμο,θέλει κέρασμα,θέλει κουβέρτα στα δύο

τι έχεις κάνει πια και δεν μπορείς να μοιραστείς

τι σε απομακρύνει,τι σε μαυρίζει,τι φοβίζει και τι σου λείπει

σου λείπει αυτός ή αυτό ή αυτή η στιγμή η άλλη

δεν νιώθω πως μπορεί,δεν νιώθω,δεν ακούω την καρδιά μου

κάπου την ξέχασα

μακάρι δηλαδή γιατί όλο παράπονα είναι

οι κουρτίνες μπήκανε μα εγώ αγναντεύω πελάγη και πλοία

και τα σκοτεινά του μάτια κάπου τα βλέπω στο λιμάνι του Πειραιά

με περίμεναν κάποτε μα εγώ ίσως τα βλέπω ακόμα

και είναι λάθος

είναι κακή συνθήκη να μετράς τα πλοία που υπάρχουν χωρίς να προορίζεται κανένα για εσένα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s