Την έπιασα να ακούει ανάσες, άηχες.

Σήματα ασήμαντα περασμένης εποχής.

Τέλος εποχής για όλα.

Την άκουσα να γυρίζει ανάποδα τις σελίδες.

Να ξαναδιαβάζει τις τελευταίες λέξεις του.

Να μυρίζει τα σεντόνια και την ελπίδα.

Την πλησίασα να δω πως καρδιοχτυπά.

Τίποτα πια.

Δεν μπορεί άλλο,ψιθύρισε.

Πέρασα απέναντι.

Μην σηκωθείς,μην κουνηθείς.

Βάλε κλειδί στην πόρτα,όχι σε αυτή εδώ την ξύλινη.

Στην πόρτα που ανοίγεις στο κενό.

Αυτή που υποδέχεται αναμνήσεις.

Τίποτα πια λιγότερο από τα πάντα.

Το είδα σε ένα τοίχο και το πήρα μαζί μου.

Τίποτα δεύτερο,μισό.

Επανεκκίνηση συναισθηματική.

Εύθραυστη παρουσία,δυνατή σκέψη.

Απάθεια,όχι χωρίς πάθη.

Χωρίς λάθη.

Γίνεται;αναρωτήθηκα.

Έκλεισα τα χέρια μου κοντά μου.

Την κοίταξα που κοίταζε το κενό.

Μπορεί να πέρασαν και δύο ώρες.

Δύο ώρες κενό ή μια ζωή.

Την έριξα στο πάτωμα.

Δεν πόνεσε,δεν παραπονέθηκε.

Σκέφτηκε πόσο μαλακό είναι.

Έμεινε με ένα ελαφρύ χαμόγελο να κοιτάει το ταβάνι.

Ταβάνι λευκό,είχε κάποτε κάτι σημάδια.

Δεν τα θυμάται ακριβώς.

Θυμάται τα λόγια του.

Είχε δει τα σημάδια.

Τα πόδια της γυμνά,κρυώνουν.

Δεν χορεύουν,δεν λυγίζουν.

Κρυώνουν.

Σαν όπλα ακούρδιστα.

Μουσική δεν έχουν.

Ψιθυρίζει,δεν θέλω άλλο.

Άλλο παζάρι.

Άλλο από αυτό που με είχε πάει.

Εκείνο που δεν θυμάμαι αν είχε γλυκά.

Advertisements