Ένα στρώμα στο πάτωμα,λέξεις συγκεκριμένες.

Αγκαλιά να ζεστάνει όσα πάγωσαν ανάμεσα τους.

Αυτός διεκδικητικός,αυτή αδιάφορη.

Κρύα χέρια,μπλεγμένα πόδια.

Ο ύπνος δεν μπορεί να της σβήσει τα μάτια.

Τα μάτια του δεν σταματούν να ψάχνουν τα δικά της.

-Άνοιξε τα να τα δω!    -Μα είναι σκοτάδι.   -Τα βλέπω και στο σκοτάδι.

Τα μάτια της καρφωμένα στο ταβάνι,τα χέρια του γατζωμένα στην πλάτη της.

Τρυφερά.Τα χάδια της,ναι ήταν τρυφερά μα δεν είχαν κόσμο να χαρίσουν.

Κούφια χείλη και δάχτυλα έτρεχαν στην πλάτη του.

Το επόμενο λεπτό αν έπεφταν στο πάτωμα θα γινόντουσαν χίλια κομμάτια.

Σαν τα γυαλιά που είχε φάει,τα είχε σπάσει και γρήγορα γρήγορα τα μάζευε να τα χωρέσει στο στόμα της.

Μόλις κατάλαβε πως θα της σκίσουν τα σωθικά άρχισε να τα φτύνει προσεκτικά.

Έτσι και μαζί του καταπίνει λόγια αιχμηρά και συναισθήματα προσωρινά.

Σ’αγαπάω και δεν μπορώ να κάνω αλλιώς,της είπε.

Φαντάσου να μην με αγαπούσε,σκέφτηκε εκείνη.

Advertisements