στο αύριο θα έρθω να σε συναντήσω και θα γεμίσω τις τσέπες μου καραμέλες θα σου τις χαρίσω όλες μόνο με ένα φιλί και θα νομίζω πως ξημερώνει ξαφνικά ενώ θα πέφτει πυκνό σκοτάδι και στο παγκάκι που θα μιλάμε θα φυσάει πολύ μόνο και μόνο για να αναγκαστείς να με αγκαλιάσεις και τα φώτα χαμηλά θα τρεμοπαίζουν ενώ θα κοντεύει τέσσερις και τι  σε νοιάζει εσένα αν σ’αγαπήσω το άλλο πρωί θα σε κλέψω ξανά πάλι στο ίδιο παγκάκι θα με κοιτάς στα μάτια και θα περπατάμε δίπλα στους γραμμένους τοίχους και τα αδέσποτα θα μας πλησιάζουν από αγάπη ή από πείνα και θα ζω στα χείλη σου σε κάθε λέξη που γίνεται ήχος και θα μεθώ τα τίποτα που τριβελίζουν το κεφάλι μου και πάλι άδεια θα ξεμείνω σε τούτη εδώ την γωνιά και θα αναλογίζομαι τι πήγε στραβά μα τα αυτοκίνητα κολλημένα στο φανάρι και τα μάτια μου ξεχασμένα στον ορίζοντα σου και θα σου πω πάλι για τα όνειρα μου και θα μου υποσχεθείς πως θα είσαι κοντά μου και θα χαμογελάσω θα μου ζητήσεις ξανά μα δεν θα μπορέσω θα μου κρατήσεις το χέρι σφιχτά σαν να ζητάς και το μυαλό μαζί και την καρδιά δεν θα προλάβω να την ανοίξω πάλι θα σε χάσω το ίδιο βράδυ ή το επόμενο πρωί και δεν θα ξέρω ούτε το πως ούτε και το γιατί απλά θα εξαφανιστείς ίσως να πετάξεις κιόλας και εγώ δεν θα έχω βγάλει ακόμα τα φτερά για να σε ακολουθήσω και θα μείνω με τα πόδια ριζωμένα στο έδαφος μόνο τα μαλλιά μου μπορεί να τα ανακατέψει ο αέρας και την καρδιά να την κρυώσει ο χειμώνας και το παγκάκι πάλι άδειο όπως το βρήκαμε και όπως το αφήσαμε την τελευταία μέρα του χρόνου

Advertisements