Κάθε αποχώρηση μια πλάτη γερή,έτοιμη να πληγώσει να στοιχειώσει,το κούφιο δέντρο να ποτίσει.

Φύλλα να βγουν ξανά,πάνω σε μαύρες πλάτες σκέψεις να καρφωθούν,σχέσεις να διαλυθούν.

Πλάτη γυρνώ στις πλάτες που γύρισαν πρώτες,τα λόγια κρέμονται σε κομμένα κλαδιά,ζωή πια δεν έχουν.

Η πλάτη κλείνει,απομακρύνει,τα δικά σου τα κάνει δικά μου,μόνος μου να περπατήσω ξανά.

Μόνος σε αντίστροφη πορεία,δορυφόρος με καμένες αντένες,σε τροχιά ελλειπτική.

Λειψά και αδύναμα τα σημάδια μου πια,τίποτα δεν μου μιλάει καθαρά.

Πλάτη γυρνώ και σε πρόσωπα,τα πήρε η μπάλα,την πλάτη να γνωρίσουν χωρίς επιλογή.

Και το δάσος ανθίζει, αγριεύει και γεννά ζωύφια,χιλιάδες μικρά θα τρέξουν να κατασπαράξουν την τελευταία σου λέξη.

Τελευταία,γιατί τα αυτιά μου τα έκλεισα και την απόσταση μετράω από την λογική στην έλξη και από τους γυάλινους κόσμους στην ωμή αλήθεια.

Ελαφριά η πλάτη να γλιστρήσει σε πάτωμα ξένο,να στρίψει την θέση του διπλανού της να πάρει.

Ρούφηξε και τα χαρακτηριστικά μου,και το χαμόγελο και τις ρωγμές του προσώπου.

Νέα ταξίδια να ξεκινήσω με πλάτη από κόκαλα φτιαγμένη,φυλακή που δεσμεύει τα εντόσθια και τις επιθυμίες.

Πλάτες που συνομιλούν,αγκαλιάζονται,χωρίζουν,κερδίζουν ή χάνουν.

Την πλάτη μου τα χέρια δεν την φτάνουν,κατά λάθος αλλουνού αγγίζω.

Η θάλασσα,κάπου άκουσα μαρ να την φωνάζουν,κι εμένα με οδηγεί εικόνες να πλάθω χωρίς πηλό μα ταξιδεύοντας σε φως χιλιόμετρα να πιάνω,να ακολουθώ στοιχεία και στοιχειά τρυπωμένα σε πόρους κλειστούς,στο κέλυφος που δεν ανοίγει,στα βλέφαρα που τρεμοπαίζουν.

Advertisements