Όλο νομίζω πως προς τα εμπρός τρέχω και όλο τα πόδια μου πίσω τα αφήνω.

Μου είπαν πως ο ουρανός ίδιος παντού είναι,γιατί τότε εδώ πιο μικρός φαντάζει; γιατί σε κάθε παράθυρο άλλα χρώματα βάζει;

Λένε πως οι σχέσεις σχήματα παίρνουν και όρια έχουν κι αν πας να ζωγραφίσεις έξω από αυτά μόνο μουτζούρες κάνεις.Μα τις μουτζούρες μας αγάπησα και δένομαι με κάθε γραμμή εκτός πλαισίου που το χρώμα της χάνει μα ίδια ένταση κρατά.

Τους είπα ότι τα όρια είναι για να τα ξεπερνούμε και να γνωρίζουμε νέα μονοπάτια,κανείς τους δεν γέλασε.

Πότε τα πέρασα τα όρια και πότε σχημάτισα νέα δεν θυμάμαι,ίσως κοιμόμουν,ίσως σε βρήκα στον ύπνο μου και σε αγκάλιασα.

Πως μου στοιχειώνεις τα ναι,πως κρατάς απρόσμενα τα όχι στα χέρια σου σφιχτά;

Τους αριθμούς μετράω και από το ένα στο τρία αμέσως περνώ,πως το ενδιάμεσο όνομα δεν έχει,κάποτε δύο το λέγαμε.

Κι αυτό που νιώθω σε κουτί δεν χωράει,ούτε ολόκληρο τον ουρανό να καλύψει δεν μπορεί,θα περισσέψει άλλο τόσο για την θάλασσα.

Την θάλασσα μέσα μου να ψάχνω ξανά και ξανά στα μάτια σου να την βρίσκω.

Και στο κρεββάτι που άφησες κενό,ένα κορίτσι την θέση σου παίρνει,να θυμίζει όλες εκείνες τις αποφάσεις που δεν πήρες και όλα τα όχι που σου είπα.

Στέκομαι ξαφνικά,μήνες μετά να τα μαζεύω στο κεφάλι μου και σε σειρά να μην μπαίνουν,και ενώ χαμογελώ μέσα μου κάτι ραγίζει κάθε φορά που βλέπω πόσο λίγη είμαι.

Πόσο ακατάλληλη να στεγάσει τα όνειρα σου,τα βράδια σου να τα κερδίσει μια για πάντα,να συντροφέψει τους φόβους σου τους παιδικούς και ανάσα στην μουσική σου να προσφέρει.

Μόνη απέναντι σου,όλα πάνω κάτω να τα φέρω θέλω,σε πειρασμό μεγάλο μπαίνω καταστροφής,ίσα ίσα να ξαναδείς πως ζω,δεν είμαι το φυτό στο κήπο σου,δεν είμαι πουλί χωρίς λαλιά,γυναικεία μορφή έχω κι ας την παίρνω πίσω κάθε πρωί.Να δεις ότι στα χέρια σου μπορώ να περπατήσω,ότι την μουσική σου μπορώ να χορέψω,ότι στα μάτια σου μπορώ να λυγίσω,ότι στα χείλη σου μπορώ να αναπνεύσω,ότι στην αγκαλιά σου μπορώ να ζήσω,ότι στην φωνή σου μπορώ να χτίσω,ότι στα χνάρια σου μπορώ να περπατήσω,ότι δρόμο δικό μου μπορώ να σου ανοίξω,ότι η πόρτα μου για σένα ανοιχτή ακόμα είναι κι ας φαίνεται κλειδωμένη.

Θέλω να βρω τα δέντρα εκείνα για να σκαρφαλώσω,ανάμεσα στα μάτια σου να περάσω,το φως να σου καλύψω,να κοιτάς τον λαιμό μου και να ακούς μόνο ψιθύρους ιστορίες να σου λένε για εμάς τους δύο.Να μείνεις στην μυρωδιά μου,ταξίδι  από την αρχή να κάνεις και αν φοβάσαι την μοναξιά θα σου κρατάω το χέρι μόνο στο σκοτάδι μου.

Όλη την μέρα να χορεύουμε δίπλα στην θάλασσα και ο αέρας πότε να μας ενώνει και πότε να μας πετάει μακρυά,χιλιόμετρα να μας χωρίσουν.Θα μάθω να πετάω,γρήγορα να ξαναγυρίσω στην αφετηρία μας.Τα πόδια μας θα ξαναγράψουν τις λέξεις που σκέψεις δεν γίνανε στον δυνατό ήλιο,που δεν χωνεύουν το αλκοόλ στο πάτωμα το ζεστό,που δεν καταπίνουν τις υποσχέσεις των αμέτρητων βραδινών θελημάτων μας.

Συνεχίζω.

Μήπως ξυπνήσεις μια μέρα,με την δική μου σκέψη,μήπως γυρίσεις και με ξαναδείς όπως πριν.Το πριν ξέχασα πότε ήταν.

Μήπως πάψω την ελπίδα να βαφτίζω κενό,το κενό να ντύνω με όνειρα,τα όνειρα να τα πετώ στην θάλασσα χρώμα να αλλάξουν.

Αδύναμη σε αυτό που συμβαίνει,τα λόγια μου να ακούσω προσπαθώ για να καταλάβω που πάει αυτό το ταξί που με παίρνει μαζί του και οι φωνές που σβήνουν στο βάθος του δρόμου.

Δρόμος φαρδύς και ανοιχτός να δεχτεί κάθε μου ανάμνηση,νέα κατάθεση ή επιστροφή.

Advertisements