Κοίτα την πως χορεύει, ούτε φαντάζεσαι αν πονά.

Αναρωτιέσαι πως γίνεται να σε τραβά τόσο στον πάτο, με ένα της γέλιο,με ένα της γράμμα, μια λέξη θολή στο ποτήρι σας.

Σκέψου πως όσο σε τραβά κάτω εκείνη ανεβαίνει, μέχρι στους ώμους σου να πατήσει και να βγει από την θάλασσα ανάσα να πάρει.

Μπορείς κι εσύ να την πατήσεις, με ένα χαμόγελο ή με ένα χάδι στους ώμους της να περπατήσεις, τόσο απλό τόσο ξεχασμένο.

Μου πες πως γράφω ματωμένα ή πως ξερνάω πικρές ματιές και σκούρες αποχρώσεις σε κάθε μου σειρά. Μα έτσι μπορώ να ξυπνάω το επόμενο πρωί, έχοντας ακουμπήσει στην άκρη,μέσα στις λέξεις αυτές τις καταραμένες σκέψεις που συναισθήματα ντύνονται συχνά.

Μα αν δεν μπορείς, μη με ακολουθήσεις, μοναχικός ο δρόμος και αδιέξοδο δεν βρήκα. Μην αισθανθείς άσχημα, δεν σου ζήτησα αυτό που λες πως δεν μπορείς να δώσεις.

Είμαι απλά απέναντι σου, και μόνο αυτό θα μπορούσε να σε αλλάξει τόσο που τον ίδιο σου τον εαυτό να μην αναγνωρίζεις, από το τρέμουλο για μια μου αγκαλιά.

Όλες μου οι αγκαλιές δικές σου.

Advertisements