-Κράτα μου το χέρι καθώς σκοτεινιάζει, μου είπες.

Στο έσφιξα με όλη μου τη λαχτάρα για φως.

-Μείνε δίπλα μου καθώς χειμωνιάζει, μου είπες.

Εκατοστό δεν άφησα ανάμεσα μας.

Ώσπου νύχτωσε και χειμώνιασε, κοίταξα δίπλα μου και έλειπες εσύ. Το χέρι μου ακόμα γροθιά μα είχε μείνει κούφιο, όρθια δίπλα σε δέντρο ξερό, αναπνοή δεν υπάρχει.

Χάνω συνεχώς ανθρώπους.

Με εγκαταλείπουν και μου λείπουν.

Όλα αναμνήσεις και ιστορίες γραμμένες σε χαρτιά που έχασα. Αρχίζω να ξεχνάω. Λεπτομέρειες, αυτά τα μικροπράγματα που με έκαναν να γελώ. Ξεχνάω πόσο τον ερωτεύτηκα, σκέφτηκε η Πάτα και την έπιασε τρέμουλο στα χέρια.

Τα χέρια μου καλύτερα είναι, λεία, χωρίς πληγές. Φύγαν από τα χέρια μου οι πληγές και χώθηκαν στην καρδιά.Η Πάτα σκύβει στην αγκαλιά του Κας. Εκεί θα μείνει μέχρι να ξυπνήσει. Όπως τον Σεπτέμβρη που δεν χώριζαν βραδυά και μοιραζόντουσαν το ίδιο μαξιλάρι.

Θα σε ψάχνω στα πιο αδιάφορα πάρτυ, του έλεγε.

Θα σε έχω όποτε θέλω, της απαντούσε.

Πνίγηκε μες στον ύπνο της και πετάχτηκε.Ούτε Κας, ούτε αγκαλιά, μπερδεμένη στο σεντόνι έτοιμη να απαγχονιστεί μπέρδευε αλήθεια με όνειρο και έπλαθε ιστορίες.

Άλλο ένα βράδυ.Δικός της.

Στο όνειρο της.Να τον βάζει σε ότι ρόλο ήθελε.

Η Πάτα ξύπνησε δυο φορές και πήδηξε εκτός ονείρου, έμεινε στο ξύλινο σκαλοπάτι να αναλογίζεται τι έδωσε για να μην πάρει τίποτα. Που είναι όλοι; Το σπίτι άδειο, η μουσική κολλημένη στο ίδιο τραγούδι, το κέικ ξερό.

Που είναι όλοι; Στους μικρόκοσμους τους τρύπωσαν; Τυφλοπόντικες που μυρίζονται τη φωλιά τους και τρέχουν να χωθούν πρώτοι.

Οι άνθρωποι που αγάπησα είναι αστέρια,είπε.

Αστέρια που τα γνωρίζω λίγο πριν την πτώση τους.Μεγάλοι ήλιοι που σβήνουν, λευκοί νάνοι.

Οι άνθρωποι που αγάπησα είναι νεφελώματα, ανεξήγητα, να τα κοιτώ και να τα θαυμάζω από τη γη.

Οι άνθρωποι που αγαπώ, πεφταστέρια καλοκαιρινά. Τον χειμώνα τα κρύβει το καυσαέριο της πόλης, η υγρασία, τα καλώδια, τα σύννεφα τα μαύρα, οι βροχές.

Οι άνθρωποι μου ξεχνούν, δεν υπόσχονται, δεν δεσμεύονται, δεν ακούν.

Η Πάτα ξάπλωσε ξανά στη μεριά του Κας, το άρωμα του να ανασύρει στο μαξιλάρι τους.

Καληνύχτα Κας, του είπε.

Σ’αγαπάω πολύ, της απάντησε.

Advertisements