τα ταξίδια φίλε μου τα σχεδιάζω στο χαρτί, και άμα γουστάρω τα διηγούμαι στα πουλιά μου

τα γράφω σε τοίχους από ερημωμένα σπίτια, τα τυλίγω σε σκισμένες λαδόκολλες

και τα ταίζω στους αδέσποτους φίλους μου

τα ταξίδια φίλε μου, θέλουν λέξεις, όχι μόνο εικόνες

τα γυροφέρνω στο μυαλό μου, τα θολώνω, τα κρύβω κάτω απ’τις καρέκλες μας

κάτω απ’τα σκαμπό του boheme, μα δεν αργεί η μέρα που θα κάτσω  να αντικρίζω το πέλαγος

εκεί στις κόκκινες ξέθωρες πόρτες, στις καρέκλες που παλαντζάρουν

δίχως δάκρυ, δίχως ενοχή, ένα χαμόγελο να διασχίζει το πρόσωπο

 τα ταξίδια, φίλε μου σου λέω είναι όνειρα

κάθε βράδυ φορώ τη μπέρτα μου και ταξιδεύω, αγαπάω, γνωρίζω, χωρίζω

μετά πάλι τα πετάω κάτω από τις καρέκλες

τις πλαστικές πλεκτές και τα θαλασσί τραπέζια, στην αυλή του ονείρου

και οι μέρες κυλούν, και το όνειρο πιο ζεστό από ποτέ

και ανυπομονώ να πατήσω στο πάτωμα που με κοίμισε, που με αγκάλιασε, που με έδιωξε

γιατί πιο πολύ από όλους, εγώ ανήκω σε εκείνο το δωμάτιο

που σε χρώματα βούτηξε, μετά από ένα καλοκαίρι βουτηγμένο σε «ναι» και «αλλά»

τα ταξίδια, αγαπημένε μου γίνονται μέσα από τα μάτια

και ξέρεις πολλές φορές στα μάτια σου νόμιζα πως επιβιβαζόμουν

μα τελικά πάντα στη στεριά με άφηνες

και τα ταξίδια μόνη μου σχεδίαζα

καλύτερα

καλύτερη έγινα

καλύτερα νιώθω

τα ταξίδια με τα λόγια σου, φούσκα που έσκασε

κι εγώ τώρα που νοσταλγώ, τώρα χτίζω ξανά ορίζοντες

τα ταξίδια φίλε μου, τώρα τα ξεκινώ

και εκείνο το τρένο ή το πλοίο που θα παίρναμε μαζί

δεν το βρίσκω πουθενά

σε κανένα σταθμό, σε κανένα κάβο

τα τραγούδια μου βάζω στη βαλίτσα, καπνίζω νευρικά και τις μπύρες αδειάζω σε κάθε σου νότα

τα πουλιά μου, επτά, αφήνω να με οδηγήσουν

σε ουρανό μπορεί, μιας γης που ανατέλλει και που ζητά αστέρια χωρίς ευχές

να μην πέφτουν στο νερό, να μη μεθάνε με ψέμα, να μην εγκαταλείπουν

ταξιδεύω με τα δικά μου ψέματα, κέρματα, νεύματα, αποφθέγματα

σε καλημερίζω και σε αφήνω το δρόμο σου να τραβάς

έχω αλλάξει λωρίδα.

-πάνε τρεις μήνες-

 

 

Advertisements