Ανοίγω τα μάτια, αργά, δύσκολα, θολά, μα είσαι εκεί, με σφίγγεις σε μια αγκαλιά γνώριμη, μου θυμίζεις πως οι ανάσες μας γνωρίζονται πια. Τα σώματα ξέρουν την αγκαλιά, την αγκαλιά τη δική μας, όχι την αγκαλιά δυο ξένων. 

Και με κρατάς πάνω σου, σε χαιδέυω και σε παίρνω μαζί μου, σε κάθε μου στροφή, σβούρα μαζί κάνουμε, σε κάθε πλευρό, σαν πακέτο δεμένο γυρνούμε. Και δεν ζητάει τίποτα ο ένας απ’τον άλλον, μόνο δίνει. Και δεν φοβάται τίποτα ο ένας από τον άλλον, μόνο ο ένας τον άλλον. Οι εαυτοί μας στην πιο απλή μορφή τους, μέσα μας και απέναντι μας. Επικίνδυνη συνάμα μορφή. Να σε ερωτευτώ, να με αφήσεις, να τρέξουμε, να φρενάρουμε απότομα ή να συγκρουστούμε.

Τίποτα πιο πολύ από τα πάντα, τα πάντα της απλότητας, της επαφής, της γνήσιας, της γνώριμης.

Τα πόδια μας μπλεγμένα κλαδιά, τα χέρια μας φτερούγες εύθραυστες, τα μάτια μας θολωμένα απ’το λάθος ή πάθος (ομόηχα σχεδόν), τα χείλη μας δεν χωρίζουν.

Τίποτα δεν θα σου κρύψω, εκτός από τις ανασφάλειες που εσύ μου φύτεψες. Πάει καιρός, σπόροι μεγάλοι και έχουν θεριέψει και εκείνα τα δάκρυα δεν θέλω να μάθω πως μπορούν να τρέξουν ξανά, και εκείνα τα βράδια με το στομάχι κόμπο δεν θέλω να τα διαβάζω στο χθες μου.

Θέλω να θυμάμαι το χάδι σου που αγαπώ πολύ, και στην αγκαλιά σου μπορώ να χαθώ. Θέλω να θυμάμαι πως βρισκόμαστε για να κάνουμε μόνο καλό ο ένας στον άλλον, πως μαζί γελάμε, μιλάμε, ονειρευόμαστε, σχεδιάζουμε και ερωτευόμαστε, περίπου.

Είμαστε ένα σύμπλεγμα ανασφάλειας και ενθουσιασμού, είμαστε η συνάντηση της κατάχρησης με την πραγματικότητα, όταν η ισορροπία μπαίνει στο χάος και όταν ο ουρανός γίνεται δυο μάτια μεγάλα, στρογγυλά, γαλαζοπράσινα. Είμαστε θάλασσα ακίνητη κάτω από περιστρεφόμενα ουράνια σώματα, όταν ερωτεύονται δυο άνθρωποι απόλυτα ίδιοι. Είμαστε ομοιότητες μέσα σε αταίριαστα περιβάλλοντα, είμαστε σώματα που ταξιδεύουν σε ιδέες, με συναισθήματα, σε δρόμους, με λεωφορεία, σε πόρτες, με κλειδιά, σε ταράτσες, με αλκοόλ, σε δωμάτια, με μουσική, σε γέφυρες, με ποτάμια, σε θάλασσα, με βουνό, σε κρεβάτια, με φως, σε κήπους, με δέντρα, σε όνειρα, με τέλος.

Το φως σου με ζεσταίνει ακόμα και το νερό μου σου δροσίζει τα χείλη, δεν νομίζεις;

[Καληνύχτα D./ για τα όμορφα και τα περίεργα, για τις συναντήσεις τις απρόσμενες, για τα συναισθήματα τα καταπιεσμένα, για τις καταχρήσεις τις αχρείαστες/ κι ας μη το διαβάσεις]

Advertisements