το παγκάκι ξανά

Από παγκάκι ξεκίνησε αυτή η ιστορία να γίνεται λέξεις, ήχοι και εικόνες, αισθήματα, συναισθήματα, κομμένα ποιήματα, με δάκρυ, με γέλιο, με αφασία. Από εκείνο το παγκάκι μετά τον πεζόδρομο που κοίταζε την πόρτα της πολυκατοικίας και κάναμε συμφωνίες για ανταλλαγές και ταξίδια. «Θα σου μάθω μουσική, θα μου μάθεις χορό;» Σε εκείνο το παγκάκι που δεν ήξερα ούτε τη φωνή σου καλά καλά, τον αριθμό σου, το χρώμα των ματιών σου, τη ζάχαρη που δεν πίνεις στον καφέ. Από εκείνο το παγκάκι είχαμε αρχίσει να ενώνουμε κομμάτια, νήματα μεταξύ μας και συνδέσμους. Δεν το ξέραμε, δεν το φανταζόμασταν. Το παγκάκι ήταν ένα βράδυ, ένα γλυκό βράδυ λίγο πριν αλλάξει εκείνη η χρονιά. Δεν κράτησε. Καθόλου δεν κράτησε. Έφυγες και τα ίχνη χάθηκαν απ’το παγκάκι.

Μετά από ένα χρόνο και κάτι, ένας Μάρτιος μας βρήκε να καθόμαστε στο ίδιο παγκάκι. Μπροστά από μία pub, στο Brighton να πίνουμε ζεστό καφέ και να χουχουλιάζουμε για μην κρυώνουμε καθώς ο ήλιος έπεφτε.Βρεθήκαμε και σε ένα άλλο παγκάκι στο Clapham Junction να καπνίζουμε αμήχανα και να προσπαθούμε να σχεδιάσουμε μια μονοήμερη εκδρομή, είχε πανσέληνο και το πάρκο αν και σκοτεινό δεν μας τρόμαζε. Ο καφές στα χέρια μας ζεστός και πάντα στο μεγαλύτερο χαρτοκύπελλο. Το ταξίδι στην Αγγλία μας έφερε να τριγυρνάμε μαζί, να τρώμε, να αγκαλιαζόμαστε, να φωτογραφιζόμαστε, να δενόμαστε, να ακούμε, να μιλάμε, να χορεύουμε, να γελάμε, να γνωρίζουμε τα μέρη αλλά και ο ένας τον άλλον. Την τελευταία μέρα που κοιμόσουν στο πάτωμα, το φιλί και την καλημέρα που νόμιζα ότι δεν άκουσες, το παγκάκι στο Hyde Park και εσύ έψαχνες γρασίδια να αράξεις.

Δυο μήνες μετά το παγκάκι βρέθηκε στην ταράτσα, έγινε καναπεδάκι και κρεββάτι, έγινε αγκαλιά και φροντίδα, έγινε έρωτας από την αρχή, έγινε καλοκαίρι στην αρχή του Μαϊου.

Λίγο πριν μπει ο Ιούλιος, να τώρα όπως φεύγει ο μήνας τούτος βρεθήκαμε πάλι σε ένα παγκάκι. Εκεί στο ύψωμα με την ωραία θέα, λαμπάκια – λαμπάκια φωτάκια και τα πολλά δέντρα, μουριές, πεύκα και φοίνικες. Βρεθήκαμε να καθόμαστε σε έναν ξύλινο πάγκο, να σαν αυτούς που βλέπεις να κάνουν πικ νικ στις ταινίες στα δάση. Συναντηθήκαμε αυτή την φορά όχι και τόσο τυχαία, ένα βράδυ που και το φεγγάρι εγκαταλείπει. Γέλια από το βάθος ένα ζευγάρι σε ένα πέτρινο πεζούλι και από την άλλη σκυλιά να φωνάζουν και ο γκιώνης τον χαμένο του αδερφό. Και μέσα σε αυτό το σκοτάδι είδα ξανά τη λάμψη στα μάτια σου. Μα πόσο μπορούν να λάμψουν τα μάτια μες στο σκοτάδι, ήθελα να ήξερα τα δικά μου πως φεγγοβολούσαν. Τα χέρια σου γλίστρησαν στα πόδια μου και εγώ στην αγκαλιά σου σαν κουτάβι να χώνω τη μουσούδα μου και να μυρίζω το δέρμα σου να αναγνωρίσω αν είσαι ο ίδιος, εκείνος που βρήκα σε εκείνο το παγκάκι κάτω από την πολυκατοικία, να καταλάβω γιατί φεύγεις και έρχεσαι. Απάντηση δεν πήρα μόνο τα ίδια λόγια να μου στροβιλίζουν το κεφάλι «ζήσε τη στιγμή», «το απρόσμενο είναι πιο ωραίο», «μην αναλύεις». Δεν ξέρω ποιο είναι το επόμενο ραντεβού μας και ξέρω πως δεν θα το δώσουμε παρά θα το νιώσουμε, θα αισθανθούμε πότε ο ένας έχει ανάγκη τον άλλον χωρίς λόγια χωρίς συμφωνίες.

Κι αν με ξαναρωτήσεις αν σ’αγαπώ πάλι το ίδιο θα απαντήσω με ένα χαζό χαμόγελο «πολύ». Αν όμως σε ρωτήσω εγώ γιατί φεύγεις θα μείνει ένα χαμόγελο να με κοιτά. Καρμικά παραδομένη στο παιχνίδι μας σε γυροφέρνω μέσα μου.

Στο επόμενο παγκάκι μας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s