απολογισμός λογισμών

Μία χρονιά πυκνή, παχύρευστη, με ζάχαρη, με λεμόνι. Μέρες λαμπερές και συννεφιασμένες, γιορτινές ή αδιέξοδες, μέρες γεμάτες και άδειες, με ανθρώπους αδύναμους, με σχέσεις δυνατές. Μέρες που περνούσαν σαν νερό, ή κυλούσαν σαν ρόδα σε ανηφόρα ή σε κατήφορο.

Δεν μετανιώνω για καμία στιγμή που διάλεξα ή έζησα, μα μετανιώνω που δεν στρίμωξα λίγες ακόμα έτσι να πω πως το παράκανα.

Δεν ξεχνώ τα όμορφα και δεν αφήνω τα άσχημα όλα έρχονται κ φεύγουν για να μας μεγαλώσουν, να μας αγκαλιάσουν, να μας πονέσουν. Πιο δυνατή και πιο ανθισμένη, και πιο «εγώ» κάθε χρονιά.

Να αγαπάμε και να προσπαθούμε, θα τα βρούμε και τα δύο μπροστά μας. Ο κόπος και η αγάπη είναι τα μόνα πράγματα που δεν πάνε χαμένα. Επενδύστε, ιδρώστε, ρισκάρετε γιατί οι χρονιές και οι πρωτοχρονιές κυλούν και γίνονται χθες πριν προλάβεις να οργανώσεις, να αγχωθείς, να σκεφτείς.

Καλή χρονιά, γερή και δυναμική, να αντέχουμε και να βαδίζουμε με το κεφάλι ψηλά.

Π.

416d28ad9180cd97852d3be887706aae

χρώμα διάφανο και άρωμα κρίνων [όπως τότε]

«Ζούμε όση ζωή θελήσουμε να ζήσουμε…» ακούω από την φωνή του Θάνου και σκέφτομαι συμπληρωματικά «ζούμε και όποια ζωή θέλουμε να ζήσουμε», επιλέγουμε, νιώθουμε, απορρίπτουμε.

Άνθρωποι, καταστάσεις, γεγονότα, ασθένειες, όλα περνούν από τη ζωή, και μας παίρνουν ή μας δίνουν, μας αφήνουν μισούς ή μας γεμίζουν.

«Ζούμε όση ζωή θελήσουμε να ζήσουμε…» ακούω στο κεφάλι μου την φωνή του, τόσο ηλεκτρισμένη, τόσο βαριά όπως πάντα, μα αυτή την φορά κουβαλά δύναμη και βάθος πραγματικό. Μια ωριμότητα μακρυά από εφηβικές πάλες, από δαίμονες ερώτων, από καθημερινές απογοητεύσεις.

Αυτή η φωνή μια συντροφιά στα πιο άγουρα όνειρα, μια πληγή ανοιχτή, ένα μυστικό μοιρασμένο σε συναυλιακές κατακόμβες και σε πέτρινα θέατρα, μια αλήθεια ποιητική και αυθεντική, σαν νερό να μου δροσίζει τη ψυχή, σαν αεράκι να μου φυσά το δέρμα.

Σε φωτιά μεταμορφώνεσαι…

κουβαλώντας μνήμες και έρωτες, και όλα τα όμορφα που ζήσαμε, τα φέραμε μαζί μας, τα στριμώξαμε και τα πετάξαμε κάτω από μια σκηνή γεμάτη μουσική, ήχο ατμοσφαρικό, στίχο πραγματικό, με αναστεναγμό άλλον ένα στεναγμό, διψάει να ομορφύνει.

Τα ερειπια μου καπνίζουν…

και κάθε μου λέξη πηγάζει από αυτά που τραγούδισα μαζί με τα Κρίνα, στα δεκαπέντε μου χρόνια να ακολουθώ έναν ήχο αλλιώτικο, δύσκολο μα τόσο γοητευτικό.

Κάθετι που ανασαίνει παλεύει να δοθεί…

λίγο πριν κλείσω τα εικοσιεπτά μου χρόνια, συναντώ εκείνη την ζωή που έζησα μαζί τους, όλα έχουν αλλάξει μα πάντα μέσα μου κουβαλούσα το μικρό μου κρινάκι. Αυτό το κομμάτι που εμπνεύστηκε, που μεγάλωσε, που ερωτεύτηκε, που θρήνησε.

Σε μιαν άλλη ζωή, που μόνο άδεια δεν είναι έζησα αυτή την βραδιά, με έναν άνθρωπο τόσο μοναδικό και σημαντικό στη ζωή μου, ήταν αυτός που ήθελα να με κρατήσει αγκαλιά όταν με πλημμύρισαν οι αναμνήσεις και η συγκίνηση, όταν ξυπνούσε η Justelene μέσα μου, ήταν αυτός που ήρθε σαν υπόσχεση μιας ζωής που χρωστάει καλοκαίρια σε έναν δύσκολο χειμώνα.

Ήμουν εκεί να ζήσω και να ξαναγαπήσω, να εκτιμήσω και να ερωτευτώ τη ζωή, τον άνθρωπο μου, τον εαυτό μου.

Το χρώμα το διάφανο και το άρωμα των κρίνων σε μια βραδιά ασφυκτικής αγάπης.

Τα λόγια στερεύουν, οι σκέψεις τρέχουν και πίσω και μπροστά. Θάνο ήσουν ένας μεγάλος βράχος στο μονοπάτι μου, σκόνταψα έπεσα και ξανασηκώθηκα με το σημάδι και την δύναμη του να σηκώνεσαι μετά από μία πτώση.

Το ταξίδι δεν τελειώνει, συνεχίζεται καθημερινά μέσα μας.

Με αγάπη, με λυγμούς…

«μα πάντα θα `ρχομαι απ’ τ’ άπειρο σε σένα
με το χαμόγελό σου στη ματιά μου»

Ξεκίνησα μαζί σας να γράφω, να ακούω, να νιώθω, να χορεύω.

Ευχαριστώ.

μια κάποτε justelene

*σκόρπιοι στίχοι από τα αγαπημένα μου Διάφανα Κρίνα

**μια προσωπική κατάθεση μετά την συναυλία τους στις 11.9.15 στην Τεχνόπολη

σα ζέσταμα στη ζέστη του Αυγούστου

Χτυπώντας τα δάχτυλα όλη μέρα στο πληκτρολόγιο, χωρίς να βγαίνει λέξη μισή. Αυτοί οι μήνες παιρνούν κάπως αργογρήγορα ή ίσως γρηγοροαργά. Έτσι όπως πας να πάρεις μια ανάσα και έχει αλλάξει η μέρα. Αυτοί οι μήνες περνούν με αγωνία, με μια ανησυχία πιο ενοχλητική από την ζέστη. Ένα καλοκαίρι αλλιώτικο.

Ένα καλοκαίρι που βγήκε πιο μικρό από τα προηγούμενα. Δεν μου έφτασε σου λέω. Πότε θα ρθει ο Σεπτέμβρης και σημάδι απ’το μαγιό δεν θα βρει.

Ένα καλοκαίρι τοσοδούλι. Σαν τσόφλι από ηλιόσπορο και σαν κοχύλι μικρό.

το κενό

Το κενό, το εγώ, πάντα ένα κενό το εγώ από το εμείς, το εγώ από αυτοί.

Φίλοι και ιστορίες, αποστάσεις ασφαλείας και ευαισθησίας, ευάλωτες θέσεις σε νέα δεδομένα.

Κοιτώ τον ουρανό που αναποφάσιστα τριγυρνά πάνω απ’το κεφάλι μου, κοιτώ και τα μάτια σου που με περίσσια απόφαση στέκονται γελαστά δίπλα μου.

Πόσοι άνθρωποι και πόσες ζωές χωρούν σε μία πόλη που δεν έχει θάλασσα, που δεν έχει λέξεις μόνο κραυγές, που γεμίζει λάθη, που αδειάζει από συμπόνοια, από ψυχραιμία, από αγάπη.

Το κενό στα μάτια αυτών που δεν ξέρουν που να πάνε, το κενό στα χέρια τους που δεν κρατούν τίποτα, το κενό στα πόδια τους που τρέμουν σε μια γη ξένη και εχθρική.

Το κενό στα δόντια της που χαμογελά, το κενό στην ψυχή του που χτυπά, το κενό στα αυτιά που σταμάτησαν να ακούν, το κενό στα στόματα που σώπασαν, το κενό μεταξύ συρμού και αποβάθρας που χωρίζει το έδαφος από την κίνηση.

Το κενό που γεμίζουν τα λόγια σου, τα μάτια σου, η αγκαλιά σου, το κενό που ηρεμεί, που εμπνέει, που ακουμπάει.

Οι αποστάσεις από το παρρελθόν, το κενό που άφησαν, όσοι πέρασαν και όσοι περνούν, σε μια θορυβώδη πόλη, σε ένα απόμακρο σήμερα, σε μια πληγωμένη κατάσταση.

Το κενό της πραγματικότητας ή της ελπίδας, ζωγραφίζω λέξεις και ακούω ήχους, κολυμπάω σε φωτιές και σβήνω θάλασσες και συνεχώς ξαναγυρνώ στο κενό μου.

Το κενό, που έχω ανάγκη.

μαγιάτικο σημείωμα

Ξαναγυρνώ στο ημερολόγιο μου, βήματα και όνειρα που δεν χώρεσαν σε σελίδες χάρτινες ή σε οθόνες γυάλινες. Γυρνώ να δω αν όλα έχουν προχωρήσει, έχουν αλλάξει ή σταθμεύσει ανάμεσα σε σημειώσεις, να θυμηθώ, ημερομηνίες και ραντεβού. Με το μέτωπο στραμμένο ψηλά, τα μάτια μισόκλειστα από τον δυνατό ήλιο, τα ρουθούνια ανοιχτά ρουφούν τη μυρωδιά της θάλασσας. Οι μέρες ανοιγοκλείνουν, οι πόρτες περνούν, τα δεδομένα αλλάζουν, οι σταθερές χαμογελούν μέσα σε μια ρευστή καθημερινότητα, με σκληρές εικόνες, βρίσκεις να πλαγιάσεις στη σωστή αγκαλιά, να γελάσεις με τον σωστό φίλο, να μιλήσεις στα σωστά αυτιά.

Η άνοιξη ζεσταίνει καρδιές και ουρανό και αναρωτιέμαι πως οι άνθρωποι αντέχουν να μην ερωτεύονται, να μην ονειρεύονται, να μην δημιουργούν. Σε κάθε μικρό λεπτό κούρασης ή ξεκούρασης με διακατέχει η επιθυμία να σχεδιάσω, να σκεφτώ, να αγαπήσω το νέο επόμενο άγνωστο ταξίδι, βήμα, γράμμα, κείμενο.

Να χορέψω την ανάγκη, την ανασφάλεια, να ξορκίσω δημιουργικά τη μιζέρια και την εγκατάλειψη, να γίνω φορέας ενέργειας και ελπίδας και όχι μια μαύρη χορταριασμένη πέτρα στον βυθό της προβλήτας ή στον κήπο της πόλης.

Να συνομιλήσω για χαζά και όμορφα, για παιδεμένα και αυθόρμητα, για όλα και για τίποτα. Η άνοιξη φέρνει το μπέρδεμα μα και τα πουλιά, την ελευθερία της έκφρασης, την δημιουργία στο δίχως αύριο παρελθόν, στο δίχως τώρα παρόν, σε ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από φοβίες και αποστάσεις.

Ξεκίνησα για το τίποτα να γράψω το πολύ και δεν ξέρω ποια κατάληξη του αρμόζει, μάλλον να καλοσωρίσω τον Μάη τον λουλουδάτο με τα γλυκά του βράδια.

/αντίστροφη καλοκαιρινή μέτρηση και καλή αρχή.

bb4eb6cafde0fabaa9524610b2c21e97

για καληνύχτα

Διάλεξα άστρα, κι αγκαλιές

και ονειρεμένες λέξεις

και ξάπλωσα σε ακροθαλασσιές

με περίσσιες σκέψεις.

Διάλεξα χέρια ζεστά,

να σε κρατήσουν,

να σε κοιμήσουν,

να σε αγαπήσουν,

να σε κερδίσουν.

Διάλεξα ουρανό,

κεντημένο,

απαλλαγμένο,

από σύννεφα,

μαύρα,

κεντημένο,

με ηλιαχτίδες.

Ηλιαχτίδες ζεστές,

διαπεραστικές,

από του παραθύρου τις σχισμές,

τα πόδια να σου ζεστάνουν.

Άνοιξη ζυγώνει,

κι η θάλασσα μυρίζει,

κι εγώ ταξιδεύω,

κι εσύ με ακολουθείς.

Για καληνύχτα διάλεξα,

δυο μεθυσμένα όνειρα,

καλοκαιρινά και ανέμελα,

να σε αγαπήσουν.

Για καληνύχτα,

έρχομαι στην αγκαλιά σου,

πως αλλιώς να κοιμηθώ μακρυά σου.

αποστάσεις αν-ασφαλείας

Τα έδωσα όλα και τι κατάλαβα; Τα έδωσα και ακόμα χρωστάω, ακόμα πληρώνω, ακόμα με συλλέγω από αδιέξοδα και συναισθηματικά κενά, μου είπε ένα βράδυ η Ι.

Σαν να επένδυσα για μια ζωή τις νευρικές μου απολήξεις και δεν θα τις πάρω πίσω ποτέ. Κάθε απόληξη αίσθησης, αφής ή οσμής μα και κάθε κατάληξη της καρδιάς μου που το μυαλό ακολουθεί.

Το έκανα για πολύ καιρό, μέρες και νύχτες για χρόνια. Να το ζήσω έλεγα, να το χαρώ, να το γευτώ. Αυτό που ζούσα, αυτή τη σχέση, τον έρωτα, την δέσμευση, την αγάπη. Μα δεν φανταζόμουν το μετά. Και τώρα που το ξέρω, στα πέντε μέτρα φρενάρω από τον μπροστινό. Το πόδι μου τρεμοπαίζει στο φρένο αλλά δεν το αφήνω να τσουλήσει.

Δεν την καταλαβαίνω, ούτε τα φρένα της ούτε τα γκάζια της. Δεν την καταλαβαίνω που όλα τα εκλογικεύει, που όλα τα κρατάει σε διαφορετικά ραφάκια, σε αποστάσεις πολλών αναπνοών. Δεν καταλαβαίνω πόσο σκληρό είναι το χάδι και το βλέμμα της και πόσο κατακρίνει την πιο όμορφη στιγμή δυο ανθρώπων. Πως κατακρίνει την καθημερινότητα της σχέσης, το χτίσιμο κοινών διαδρομών και επιλογών. Νομίζω πως χάνει, νομίζω πως χάνουμε, όταν κρατιόμαστε και κρατάμε, όταν δεν αφήνεσαι να ζήσεις και να το παρακάνεις, να γελάσεις και να δακρύσεις, να νιώσεις την αγκαλιά του και να παραδεχτείς πόσο ανάγκη την είχες και την έχεις. Πόσο χρόνο χάνουμε με το να προσπαθούμε να δείξουμε κάτι άλλο από αυτό που νιώθουμε, να μιλήσουμε για κάτι άλλο από αυτό που ζούμε, να προβάλλουμε στους άλλους τις δικές μας φοβίες, να κρατήσουμε αποστάσεις ανασφάλειας και όχι ασφάλειας από τη σχέση μας, να πείσουμε τους φίλους μας ότι ξέρουμε καλύτερα την ροή των πραγμάτων, το πως θα καταλήξει μια σχέση, το σωστό και το λάθος, να παγιδευτούμε σε αυτά που κουβαλάμε από τους γονείς μας και το παρελθόν μας και να μείνουμε να συνδιαλεγόμαστε με φαντάσματα ξεχασμένων στιγμών, πονεμένων βραδιών, ανεκπλήρωτων ερώτων, ιδανικών σχέσεων.

Και μετά από όλα αυτά ξυπνάς και είσαι 30 και μια δεκαετία με έρωτες και περιπέτειες, με αγκαλιές και εκδρομές έχει περάσει πάνω σε μια ζυγαριά. Οδεύοντας στα 30 ξυπνούν οι ανάγκες, τα πρότυπα και οι επιθυμίες. Άσε την ζυγαριά και ακολούθησε την ψυχή, το πνεύμα και το χαμόγελο σου.

Λίγο πριν μπει η άνοιξη, με αγαπώ από την αρχή επειδή υπάρχεις εσύ.

κατασχέσεις

Απόσταση, του χιλιοστού ή του χιλιομέτρου, σε σχέσεις δομημένες χαλαρά με δεσμά σχεδόν χάρτινα ή σε δεσμεύσεις γερές με ατσαλένιους συνδέσμους.

Αποφάσεις προσωπικές, βαθιές ή παρορμητικές, αλλάζουν εποχή, σελίδα και σκέψεις.

Αναρωτιέμαι γιατί δεν αναγνωρίζουμε τα βήματα μας, τα χνάρια που αφήνουμε είναι δικά μας, γιατί δεν αποδεχόμαστε οτι τα δικά μας πόδια τα πάτησαν.

Οι σχέσεις μοιάζουν με κατασχέσεις συναισθημάτων, στιγμών και λέξεων. Εγώ τις σχέσεις τις ονομάζω κατασχέσεις καθώς τον χρόνο μου και τον χώρο μου κρατούν.

Κατασχέσεις αγάπης ή πίεσης, καταθέσεις ψυχής ή σώματος, καταβάσεις βουνού ή θάλασσας.

Δεν θα καταλάβεις, άστο, ή μάλλον ζήστο.

σε ένα βάζο

Σε ένα βάζο τα ρίχνω όλα, χαμόγελα και χτύπους.

Μέσα σε ένα βάζο, όλα τα όνειρα μαζί με τους μαρκαδόρους μου. Όπως οι μαρκαδόροι μου έτσι και η κάθε μου μέρα, πότε ίχνος έντονο αφήνουν και πότε δεν γράφουν ούτε κουκίδα.

Μέσα σε ένα βάζο, τυλίγω εικόνες με πουά κορδέλες και τα λόγια σου που με ακολουθούν σαν πουλιά σύντροφοι.

Μέσα σε ένα βάζο και τα βράδια μας, με αυτή την αγκαλιά τη ζεστή, την αγκαλιά προστασία και λουλούδι μπλε. Ανάμεσα στα όνειρα άνθρωποι περνούν και παίρνουν, μιλάνε ή γελάνε, ανάμεσα στα χέρια σου αναζητώ απαντήσεις και παίρνω πάντα την ίδια, «είμαι εδώ».

«Κι αν φύγεις;»

«Είμαι εδώ.»

Μέσα στο βάζο στριμώχνω συνδετήρες, βιογραφικά, αποδείξεις, μολύβια χρωματιστά και φωτογραφίες. Δεν χωρούν όλα και έτσι πετώ αυτές που θα θελαν αν μπορούσαν από μόνες τους να με εγκαταλείψουν, όπως έκαναν και οι άνθρωποι μέσα σε αυτές.

Μέσα στο βάζο η αγαπημένη μου μαρμελάδα τελειώνει σιγά σιγά και ο καφές αυτές τις μέρες όλο και πιο γρήγορα κρυώνει.

Μέσα στο βάζο έκρυψα και το κίτρινο παλτό, την βαλίτσα και τα παπούτσια. Το βάζο είναι γυάλινο και μπορείς να τα δεις, το βάζο είναι χαμηλά και μπορείς να τα πιάσεις, το βάζο είναι κάθε μου σκέψη.

Μέσα στο βάζο, εσύ φυσικά, με τέτοια φυσικότητα που μπήκες στη ζωή μου μπήκες και στο βάζο μου. Με αυτή τη φυσικότητα που μπορώ να μοιράζομαι μαζί σου στιγμές, ώρες, δευτερόλεπτα, υλικά, άυλα, έμψυχα, άψυχα και χρωματιστά. Έτσι φυσικά να σε κοιτώ και να με καταλαβαίνεις, πάντα έτοιμος να δεχτείς το όμορφο ή το σκληρό, να γίνεις σάκος ή μουσικό κουτί, να απορροφήσεις κραδασμούς ή να γίνεις μουσική, ήλιος και χάδι.

Μέσα στο βάζο και τα 26 μου κεράκια, και τα ανεκπλήρωτα, τα απωθημένα, τα δύσκολα, τα παλιά, τα σχέδια που δεν πήγαν πουθενά, τα φανταστικά, τα δειλά, τα φοβισμένα.

Μέσα στο βάζο μου εγώ, μία να πνίγομαι και μία να κολυμπώ ξανά.

ιστορίες πουλιά

Άρχισα να γράφω ιστορίες, μήπως δεν ξεχνώ. Να διαβάζω και να ξαναζώ, να κοιτώ τις λέξεις και να σχηματίζονται στιγμές,συναισθήματα,άνθρωποι και μέρη. Μα οι ιστορίες μου,μόλις γίνουν γράμματα,από μελάνι,ή Pixels,μόλις γίνουν χαρτί ή αρχείο,μόλις γίνουν λέξεις και κείμενο. Σα να διαγράφονται από τη ψυχή, σαν να ξεκινούν δικό τους ταξίδι,με άλλο συνεπιβάτη,με άλλο προορισμό. Δικά μου παιδιά που στο δρόμο τρέχουν, ξυπόλητα χορεύουν και αγκαλιές ψάχνουν.

Άρχισα να γράφω ιστορίες, μα τις ξεχνώ.

(…μια αρχή για συνέχεια)